© 2019  Τσιώνης Χάρης

τηλ. 23210 51951

Please reload

Η ελκώδης κολίτιδα προσβάλλει τον βλεννογόνο (εσωτερική επικάλυψη) του παχέος εντέρου σε άλλοτε άλλη έκταση.

Στους μισούς περίπου αρρώστους εντοπίζεται στην ορθοσιγμοειδική περιοχή (χαμηλότερο τμήμα του παχέος εντέρου), στο 30% εκτείνεται μέχρι την αριστερή κολική καμπή και στο υπόλοιπο 20% καταλαμβάνει και το εγκάρσιο ή και ολόκληρο το παχύ έντερο (μέχρι και το τυφλό).

 

Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η νόσος παραμένει εντοπισμένη στην έκταση της αρχικής προσβολής, όμως σε αρκετούς ασθενείς, με την πάροδο του χρόνου, μπορεί να επεκταθεί κεντρικότερα (εγκάρσιο, τυφλό).


Η πορεία της νόσου χαρακτηρίζεται από εξάρσεις που εναλλάσσονται με περιόδους υφέσεων.

Μια άλλη μορφή της νόσου που ονομάζεται κεραυνοβόλος, χαρακτηρίζεται από βαριά κλινική εικόνα με υψηλό πυρετό και κακή γενική κατάσταση. 
Οι άρρωστοι αυτοί μπορούν να καταλήξουν σε τοξικό μεγάκολο (βαριά επιπλοκή της νόσου), το οποίο χαρακτηρίζεται από διάταση τμήματος ή ολόκληρου του παχέος εντέρου, λόγω επεκτάσεως της φλεγμονής σε όλο το πάχος του τοιχώματος του εντέρου και έχουν άμεση ανάγκη εισαγωγής σε νοσοκομείο καθότι απειλείται και η ζωή τους ακόμη.

Ποια μπορεί να είναι τα συμπτώματα;

Η ελκώδης κολίτιδα, η οποία προσβάλλει μόνο το παχύ έντερο, στην οξεία φάση χαρακτηρίζεται από  βλεννοαιματηρές διάρροιες των οποίων η βαρύτητα εξαρτάται από τη σοβαρότητα της νόσου αλλά και από την έκτασή της. Εάν ολόκληρο το παχύ έντερο είναι προσβεβλημένο, η διάρροια μπορεί να είναι πολύ σοβαρή. Εάν πάσχουν μόνο τα τελικά τμήματα (σιγμοειδές και το ορθό), τα κόπρανα μπορεί να είναι πιο σχηματισμένα και να έχουν πρόσμειξη αίματος ή βλέννης.

Σε περιπτώσεις όπου μικρό τμήμα του εντέρου πάσχει (ορθίτιδα ή πρωκτίτιδα) γενικά συμπτώματα συνήθως δεν υπάρχουν.

 

Γενικά συμπτώματα είναι κόπωση, καταβολή, ανορεξία και μερικές φορές πυρετός. Τα συμπτώματα από το έντερο περιλαμβάνουν βλεννοαιματηρές (συνήθως διαρροϊκές) κενώσεις, που μπορούν να συνοδεύονται από τεινεσμό (επίμονη και επαναλαμβανόμενη τάση για αφόδευση) και κολικοειδή (δηλαδή με επαναλαμβανόμενες εξάρσεις και υφέσεις) κοιλιακό πόνο. Μερικοί εμφανίζουν ναυτία ή κάνουν εμετό.

Πολλοί ασθενείς εμφανίζουν συμπτώματα από άλλα όργανα του σώματος, όπως άφθες (μικρές λευκωπές πληγές) του στόματος, αρθρίτιδα (διόγκωση και πόνος στις αρθρώσεις), ερύθημα και γαγγραινώδες πυόδερμα (βαριά νεκρωτική προσβολή του δέρματος), ιριδοκυκλίτιδα (φλεγμονή των οφθαλμών), ηπατοπάθεια (προσβολή του ήπατος), οστεοπόρωση (προσβολή των οστών) και κυψελιδίτιδα ή ίνωση (προσβολή των πνευμόνων). Υπάρχουν και συμπτώματα που οφείλονται στις επιπλοκές της νόσου.

 

Η χαμηλή απορροφητικότητα βιταμινών και ιχνοστοιχείων οδηγεί σε δυσχέρεια της νυχτερινής όρασης, κώφωση, αγευσία, ευαισθησία στις λοιμώξεις, τριχόπτωση, στειρότητα (στους άνδρες), απώλεια διάθεσης για σεξουαλική επαφή (και στα δύο φύλα), μείωση ανάπτυξης (στα παιδιά), αναιμία (απώλεια σιδήρου ή δυσαπορρόφηση στη βιταμίνη Β12 ή και στο φυλλικό οξύ), δερματοπάθειες, χολολιθίαση (δυσαπορρόφηση χολικών αλάτων) και νεφρολιθίαση (δυσαπορρόφηση οξαλικού οξέος).

 


Πως μπορεί να γίνει η διάγνωση;

Το ιστορικό και η λεπτομερής κλινική εξέταση, συμπεριλαμβανομένης της δακτυλικής εξέτασης του ορθού, είναι απαραίτητα στοιχεία για τεκμηρίωση της σωστής διαγνώσεως.

Οι κυριότερες αιματολογικές εξετάσεις περιλαμβάνουν τον προσδιορισμό του αιματοκρίτη, της αιμοσφαιρίνης, του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων και του λευκοκυτταρικού τύπου, των αιμοπεταλίων, του σιδήρου, της βιταμίνης Β12, του φυλλικού οξέος, της ΤΚΕ (καθίζηση), των πρωτεϊνών οξείας φάσεως (CRP, ινωδογόνο, φερριτίνη) και τέλος, της αλβουμίνης και των ηλεκτρολυτών του ορού. Κάθε μία από αυτές τις εξετάσεις δίνει συγκεκριμένες πληροφορίες για ορισμένες κλινικές παραμέτρους.

 

Ο έλεγχος θα πρέπει επίσης να συμπληρώνεται με καλλιέργειες και παρασιτολογικές εξετάσεις κοπράνων για αποκλεισμό λοιμώξεων του γαστρεντερικού που πιθανόν να αποτελούν την αιτία των συμπτωμάτων.

Η ενδοσκόπηση του παχέος εντέρου (κολονοσκόπηση) αποτελεί την σημαντικότερη μέθοδο ανάδειξης προσβολής του παχέος εντέρου. Τέλος, η δυνατότητα λήψεως βιοψιών από το βλεννογόνο μέσω του ενδοσκοπίου αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικά πλεονεκτήματα της ενδοσκόπησης.

 

Η ορθοσκόπηση (εξέταση των πρώτων 20–25 cm του παχέος εντέρου μπορεί να δώσει πολύ χρήσιμες πληροφορίες για μια πρώτη εντύπωση για τη διάγνωση και τη σοβαρότητα της νόσου. Το ποιες, πόσες και με ποια σειρά εξετάσεις θα γίνουν εξαρτώνται από διάφορους παράγοντες που κρίνει σε κάθε περίπτωση ο γιατρός. Εκείνος επίσης κρίνει πόσο συχνά θα πρέπει να σας παρακολουθεί και πότε πρέπει να επαναλαμβάνει μερικές εξετάσεις, απαραίτητες για τον έλεγχο εξέλιξης της νόσου.

Η σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να αναπτυχθεί μεταξύ του ασθενούς και του γιατρού είναι απαραίτητη για τη σωστή έκβαση της πάθησής σας. 
Η ελκώδης κολίτιδα είναι χρόνια ασθένεια και χρειάζεται προσεκτική και συνεχής παρακολούθηση σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού σας. Ακόμη και αν δεν έχετε καθόλου συμπτώματα θα πρέπει να επισκέπτεστε το γιατρό σας τουλάχιστον μία φορά το εξάμηνο.

 


Υπάρχει θεραπεία;

Οι ασθενείς που πάσχουν από ελκώδη κολίτιδα θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η ασθένεια αυτή θα τους συνοδεύει για όλη τη ζωή τους. Η σοβαρότητα και η εξέλιξη της νόσου όμως, διαφέρει σημαντικά από ασθενή σε ασθενή.

Μερικοί μπορεί να εμφανίζουν πολύ ήπια νόσο με αραιές εξάρσεις, ενώ άλλοι υποφέρουν από πολύ σοβαρά και συχνά επεισόδια μερικά από τα οποία χρειάζονται νοσοκομειακή αντιμετώπιση ή και χειρουργική αντιμετώπιση.

 

Δυστυχώς, δεν μπορούμε να προδιαγράψουμε με ακρίβεια το μέλλον καθενός αρρώστου ξεχωριστά, μολονότι είναι γνωστό ότι περίπου οι μισοί άρρωστοι διάγουν τόσο ήπια νόσο που δεν θα χρειαστούν ούτε μια φορά να πάρουν κορτιζόνη στη ζωή τους.

 


Η συντηρητική θεραπευτική αντιμετώπιση της ελκώδους κολίτιδας επιτυγχάνεται με:

α) χορήγηση μιας ή συνδυασμού περισσοτέρων της μιας, φαρμακευτικών ουσιών,
β) συμπτωματική φαρμακευτική υποστήριξη (δηλαδή αντιμετώπιση συγκεκριμένων συμπτωμάτων),
γ) ψυχιατρική υποστήριξη
δ) κατάλληλη, από του στόματος ή παρεντερικά, διατροφική υποστήριξη.

Η χειρουργική αντιμετώπιση των ασθενών αφορά κυρίως τους ασθενείς εκείνους στους οποίους και η έντονη ακόμη συντηρητική αγωγή απέτυχε ή τους ασθενείς με σοβαρές επιπλοκές και σημεία οξείας κοιλίας (εντερική διάτρηση, τοξικό μεγάκολο κ.λπ.).

Τέλος, ο καρκίνος του παχέος αποτελεί μία ακόμη ένδειξη χειρουργικής αντιμετώπισης. Στη διάρκεια των τελευταίων ετών τονίζεται ιδιαιτέρως ο ρόλος και η σημασία της ιατρικής ομάδας που αντιμετωπίζει τον ασθενή, δηλαδή του γαστρεντερολόγου, του χειρουργού (κατά προτίμηση χειρουργού του πεπτικού) και του ψυχιάτρου.

 

Οι αποφάσεις για τους θεραπευτικούς χειρισμούς κα (ακόμη περισσότερο) για τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης θα πρέπει να λαμβάνονται και με τη σύμφωνη γνώμη του χειρουργού της ομάδας και μετά επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση. Είναι αυτονόητο ότι ο ασθενής θα πρέπει πάντα να είναι ενήμερος και να υπάρχει η συγκατάθεσή του για τις προτεινόμενες ή συνιστώμενες θεραπευτικές παρεμβάσεις.
 

​​
Με βάση διάφορες κλινικές και εργαστηριακές παραμέτρους, η βαρύτητα της προσβολής χαρακτηρίζεται ως ήπια, μέτρια ή βαριά.

Ο διαχωρισμός αυτός έχει μεγάλη σημασία αφού ο τρόπος θεραπείας, η δοσολογία καθώς και η οδός χορήγησης (από το στόμα, υπό μορφή υποθέτων ή ενδοφλέβια) των φαρμάκων καθορίζεται τόσο από την έκταση όσο και τη βαρύτητα της προσβολής.

Οι ασθενείς με ήπια μορφή της νόσου παρουσιάζουν διάρροια (κενώσεις λιγότερες από 5 το 24ωρο) με πρόσμιξη αίματος και βλέννας. Τα κόπρανα είναι φυσιολογικά ή ημισχηματισμένα. Υπάρχει τεινεσμός και κοιλιακά άλγη.
Οι άρρωστοι με μέτριας βαρύτητας νόσο έχουν συχνές διαρροϊκές κενώσεις που είναι σχεδόν πάντα αιματηρές. Ο πόνος στην κοιλιά και η ευαισθησία υπάρχουν, αλλά συνήθως δεν είναι πολύ έντονα.
Η βαριά προσβολή χαρακτηρίζεται από πολλές αιματηρές διαρροϊκές κενώσεις, πυρετό, αναιμία, πτώση της πιέσεως, απώλεια βάρους, διατροφικά ελλείμματα και κοιλιακό πόνο.

Στους περισσότερους ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα η νόσος αντιμετωπίζεται με τη χορήγηση φαρμάκων από το στόμα ή και υπό μορφή υποθέτων για διάστημα μερικών εβδομάδων. Μετά την επίτευξη ύφεσης των συμπτωμάτων της νόσου ενδείκνυται η επ’ αόριστον (συνήθως εφ’ όρου ζωής) χορήγηση μεσαλαζίνης (Salofalk®, Asacol®,Pentasa, Mezavant) από του στόματος για την αποφυγή υποτροπής της νόσου.

 


Τα φάρμακα που συνήθως χρησιμοποιούνται είναι τα ακόλουθα:

1. Κορτιζόνη δηλαδή πρεδνιζολόνη (Presolon®) και μεθυλπρεδνιζολόνη (Medrol®). Τα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται στην οξεία φάση για τον έλεγχο της φλεγμονής.
Χρησιμοποιούνται υπό μορφή δισκίων, υποκλυσμών ή ενδοφλέβιων ενέσεων σε βαριές προσβολές οπότε απαιτείται και νοσηλεία στο νοσοκομείο.
2. Υπάρχει ένα είδος κορτιζόνης η βουδεσονίδη (Βudenofalk®, Βudecol®), το οποίο αδρανοποιείται ταχύτατα, έχει κυρίως τοπική δράση στο έντερο και έχει λιγότερες παρενέργειες σε σχέση με τα άλλα είδη κορτιζόνης
3. Μεσαλαζίνη: (Salofalk®, Asacol®,Pentasa, Mezavant) χορηγείται τόσο στην οξεία προσβολή, όσο και ως θεραπεία συντηρήσεως. Χορηγείται από του στόματος καθώς και υπό μορφή υποκλυσμών και υποθέτων.
4. Αζαθειοπρίνη (Azathioprine®, Imuran®). Χρησιμοποιείται σε ασθενείς με χρόνια ενεργό νόσο, που απαιτεί για την αντιμετώπισή της συνεχή χορήγηση κορτιζόνης για μακρό διάστημα, μειώνοντας ή εξαλείφοντας την ανάγκη χορήγησης κορτιζόνης.
5. Η κυκλοσπορίνη είναι ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται σε βαριές περιπτώσεις στις οποίες απέτυχε η χορήγηση κορτιζόνης.
6. Οi βιολογικoί παράγοντες μπορεί επίσης να χορηγηθούν σε βαριές περιπτώσεις, όπου απέτυχε η χορήγηση κορτιζόνης, με ικανοποιητικά αποτελέσματα.

 


Υπάρχουν παρενέργειες από τα φάρμακα;

Οι παρενέργειες των φαρμάκων αυτών είναι αρκετές και μερικές εξ αυτών ιδιαίτερα σημαντικές και επικίνδυνες.
Εκτός από τον γιατρό, και οι ασθενείς θα πρέπει να είναι ενήμεροι για τους κινδύνους αυτούς έτσι ώστε και να προλαμβάνονται (κατά το δυνατόν), λαμβάνοντας τα κατάλληλα προληπτικά
μέτρα και να αναγνωρίζονται έγκαιρα όταν εμφανίζονται.

 

Ενδεικτικά αναφέρονται:
1. Μεσαλαζίνη: Κεφαλαλγία, εξάνθημα δέρματος, ναυτία, αναιμία, νεφρική βλάβη.
2. Αζαθειοπρίνη: Ελάττωση αριθμού λευκών αιμοσφαιρίων, τοξική βλάβη ήπατος, παγκρέατος, νεφρών
3. Κορτιζόνη: Αύξηση της πίεσης του αίματος, οστεοπόρωση, αύξηση σακχάρου, λοιμώξεις,
μείωση μυϊκής μάζας, αναστολή ανάπτυξης στα παιδιά, καταρράκτης κ.λπ.
4. Βιολογικοί παράγοντες: Λοιμώξεις (με ιδιαίτερη έμφαση στη φυματίωση), λεμφώματα (εξαιρετικά σπάνια).


Χρειάζεται διατροφική υποστήριξη ασθενών με ελκώδη κολίτιδα;

Α. Ενδείξεις διατροφικής υποστήριξης

Υπάρχουν τρεις κύριες ενδείξεις για την έναρξη εφαρμογής διατροφικής υποστήριξης των ασθενών.
Η πρώτη αφορά στη βελτίωση της διατροφικής κατάστασης ή της αποτροπής εμφάνισής της σε οποιονδήποτε ασθενή στον οποίο η δραστηριότητα της νόσου εμποδίζει την επαρκή πρόσληψη των απαιτούμενων καθημερινά διατροφικών ουσιών.
Η δεύτερη αφορά σε ασθενείς στους οποίους η διατροφική φροντίδα εφαρμόζεται ως πρωτογενής θεραπεία σε συνδυασμό ή όχι με φάρμακα, καθώς και σε ασθενείς στους οποίους έχει προγραμματιστεί χειρουργική επέμβαση για διαφόρους λόγους.
Η τρίτη, τέλος, ένδειξη αφορά σε ασθενείς, οι οποίοι χρειάζονται μακρά θεραπεία με ολική παρεντερική θρέψη, λόγω εκτεταμένης προσβολής του εντέρου.


Β. Γενικές διαιτητικές οδηγίες

Δεν υπάρχουν ειδικές διαιτητικές οδηγίες που να μπορούν να συσταθούν στους ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα.
Η σύσταση για αποφυγή του γάλακτος αν και δεν στηρίζεται σε επαρκή επιστημονικά δεδομένα, εντούτοις για τις συνθήκες της ελληνικής πραγματικότητας με το υψηλό ποσοστό υπολακτασίας φαίνεται λογική, τουλάχιστον στις εξάρσεις της νόσου. Στα μεσοδιαστήματα οι άρρωστοι χωρίς επιπλοκές μπορούν να διατρέφονται ελεύθερα (με περιορισμό στο αλάτι στην περίπτωση που λαμβάνουν κορτιζόνη).


Ποιες είναι οι ενδείξεις χειρουργικής επέμβασης;

Στην ελκώδη κολίτιδα η χειρουργική επέμβαση επιφυλάσσεται:

 

Α. Επείγουσα κολεκτομή

• Σε μη ανταπόκριση στην συντηρητική φαρμακευτική αγωγή
• Στις επιπλοκές της βαριάς ΕΚ
  - τοξικό μεγάκολο
  - διάτρηση (ελεύθερη η περιχαρακωμένη)
  - μαζική αιμορραγία


Β. Προγραμματισμένη κολεκτομή

• Αποτυχία θεραπευτικής αγωγής (παραμένει η κυριότερη ένδειξη)
  - παραμονή συμπτωμάτων παρά την βέλτιστη φαρμακευτική αγωγή
  - έλεγχος συμπτωμάτων αλλά με μακροχρόνια ή και αυξημένη χρήση κορτιζόνης και εμφάνιση παρενεργειών εξ’ αυτού
  - καθυστέρηση στην ανάπτυξη όταν πρόκειται για παιδιά ή εφήβους
• Με παρουσία καρκίνου
• Με υψηλόβαθμη δυσπλασία σε επίπεδο βλεννογόνο (στις τυχαίες βιοψίες)
• Με οποιοδήποτε βαθμό δυσπλασίας αν υπάρχει επηρμένη βλάβη σε περιοχή του εντέρου με νόσο (το γνωστό DALM –Dysplasia Associated Lession or Mass)
• Με στένωση του εντέρου ειδικά αν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ενδοσκοπικά
• Με σοβαρές εξω-εντερικές εκδηλώσεις που σχετίζονται με τις εξάρσεις της νόσου

 

Σε όλες τις περιπτώσεις διενεργείται ολική κολεκτομή και ειλεοπρωκτική αναστόμωση. Αυτό σημαίνει ότι ενώνεται το λεπτό έντερο με τον πρωκτό με κατάλληλη και εξειδικευμένη χειρουργική τεχνική.
Οι περιπτώσεις όπου γίνεται μόνιμη ειλεοστομία (παρά φύση έδρα) είναι πλέον όλο και λιγότερες.


Θα επηρεαστεί η σεξουαλική μου ζωή;


Ο/Η ασθενής ενθαρρύνεται να ζει μια φυσιολογική σεξουαλική ζωή όταν βέβαια το επιθυμεί και το μπορεί. Είναι φυσικό στις περιόδους εξάρσεως της νόσου η libido να είναι μειωμένη και στα δύο φύλα, ενώ στις γυναίκες μπορεί να υπάρχει αναστολή της περιόδου. Είναι γνωστό ότι η ελκώδης κολίτιδα συνοδεύονται από μια γενετική προδιάθεση, η οποία, ωστόσο, δεν είναι τόσο σημαντική ώστε να μην δημιουργεί κανείς οικογένεια ή να αποφεύγει να κάνει παιδιά. Απλά, οι μέλλοντες γονείς πρέπει να ενημερώνονται πλήρως για τις πιθανότητες από το θεράποντα ιατρό.


Επηρεάζεται η γονιμότητα και η εγκυμοσύνη;

Η πάσχουσα από ελκώδη κολίτιδα γυναίκα μπορεί στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων να κυοφορήσει και να περατώσει επιτυχώς την εγκυμοσύνη της. Συνιστάται ιδιαίτερα, η προσπάθεια σύλληψης να γίνεται όταν η νόσος βρίσκεται σε ύφεση οπότε και οι εν γένει προοπτικές της εγκυμοσύνης είναι πολύ καλύτερες.

 

Η νόσος, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, και εάν υποτεθεί ότι η έγκυος δεν λαμβάνει θεραπευτική αγωγή έχει περίπου ίσες πιθανότητες είτε να παραμείνει ως έχει, είτε να βελτιωθεί ακόμη περισσότερο είτε και να εμφανίσει έξαρση. Για το λόγο αυτό, συνιστάται ιδιαίτερα η έγκυος να συνεχίσει να λαμβάνει τη θεραπεία στην οποία ήδη βρίσκεται.


Τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα (αμινοσαλυκιλικά) όσο και η μετρονιδαζόλη (όχι όμως η σιπροφλοξασίνη) δεν θεωρούνται γενικά επιβλαβή για το έμβρυο. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για την αζαθειοπρίνη, αν και δεν υπάρχει επισημοποιημένη ένδειξη για τη χορήγησή τους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Υπάρχουν όμως αρκετά στοιχεία, σε παγκόσμιο επίπεδο, που δείχνουν ότι τα νεογνά που γεννήθηκαν από γυναίκες που λάμβαναν αζαθειοπρίνη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν είχαν περισσότερες πιθανότητες να γεννηθούν με συγγενείς ανωμαλίες. Έτσι, γενικά, η σύσταση είναι να συνεχίσουν να λαμβάνουν τα φάρμακα αυτά.


Αντίθετα, η χορήγηση μεθοτρεξάτης απαγορεύεται (τερατογόνος δράση στο έμβρυο). Η χορήγηση κυκλοσπορίνης θεωρείται ασφαλής κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης όσον αφορά τόσο την έγκυο όσο και το έμβρυο.


Όσον αφορά τους νεότερους βιολογικούς παράγοντες, δεν υπάρχει ακόμη μεγάλη εμπειρία για τη δράση τους στο έμβρυο και η γενική σύσταση είναι η χορήγησή τους να διακόπτεται εν όψει εγκυμοσύνης. Πάντως, η υπάρχουσα μικρή εμπειρία από εγκύους με ελκώδη κολίτιδα που με δική τους πρωτοβουλία συνέχισαν τη θεραπεία με τους παράγοντες αυτούς (είτε τους συνέβη να μείνουν έγκυες ενώ τους λάμβαναν) δεν έδειξε βλαπτική δράση στο έμβρυο. Έτσι, γενικά, δεν συνιστάται διακοπή της κύησης όταν αυτή συμβεί υπό χορήγηση ανοσοκατασταλτικών ή βιολογικών παραγόντων εκτός εάν αυτό ζητηθεί από την ίδια την έγκυο.


Εάν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εμφανισθεί έξαρση της νόσου, αυτή γενικά αντιμετωπίζεται κατά τον καθιερωμένο τρόπο (η χορήγηση κορτιζόνης δεν αντεδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης). Όπως προαναφέρθηκε, η μεγάλη πλειοψηφία γυναικών με ελκώδη κολίτιδα φέρουν εις πέρας με επιτυχία την εγκυμοσύνη, ενώ όσον αφορά τα νεογνά αυτά γεννιούνται φυσιολογικά, αν και σε μικρό ποσοστό μπορεί να υπολείπονται λίγο σε βάρος (ελλιποβαρή). Όσον αφορά τον τρόπο τοκετού (φυσιολογικά ή με καισαρική) αυτός καθορίζεται μόνο με βάση τα μαιευτικά δεδομένα.
 

Αυτονόητο είναι ότι, όπως και σε κάθε εγκυμοσύνη, μπορεί να εμφανισθούν διάφορα προβλήματα και ιδιαιτερότητες όσον αφορά τόσο την πορεία της ελκώδους κολίτιδας όσο και της κύησης αυτής καθ’ εαυτής και για το λόγο αυτό η συνεργασία γυναικολόγου και γαστρεντερολόγου πρέπει να είναι στενή.
Κατά τη διάρκεια προσπάθειας σύλληψης καθώς και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης η χρήση καφέ πρέπει να περιορίζεται σε δύο το πολύ ροφήματα ημερησίως.

 


Και με τον θηλασμό τι γίνεται;

Αν και η σουλαφασαλαζίνη διέρχεται στο μητρικό γάλα δεν υπάρχει λόγος διακοπής του θηλασμού, αφού ο κίνδυνος πυρηνικού ικτέρου στο βρέφος δεν υπερβαίνει τον αναμενόμενο. Το ίδιο ισχύει και για τα αμινοσαλυκιλικά.
Η λήψη κορτιζόνης κατά τον θηλασμό γενικά επιτρέπεται και το ίδιο ισχύει και για τη μετρονιδαζόλη, αντίθετα με τη σιπροφλοξασίνη η χρήση της οποίας συνιστάται να αποφεύγεται.

 

Όσον αφορά την αζαθειοπρίνη η χρήση της δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού, αν και δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για βλαπτική της δράση στο θηλάζον βρέφος.
 

Δεν είναι γνωστό εάν οι βιολογικοί παράγοντες διέρχονται (απεκκρίνονται) στο μητρικό γάλα και η χρήση τους κατά τη διάρκεια του θηλασμού πρέπει να συνεκτιμάται σε συνάρτηση με τη θεραπευτική τους δράση στη θηλάζουσα μητέρα.


Τι γίνεται με τον κίνδυνο του καρκίνου;

Ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου στο παχύ έντερο, σε ελκώδη κολίτιδα φαίνεται ότι εξαρτάται τόσο από την έκταση προσβολής του παχέος εντέρου (ολική ή εκτεταμένη κολίτιδα) όσο και από τη διάρκεια της νόσου (μεγαλύτερη από δεκαετία).

 

Της εμφάνισης του καρκίνου προηγείται, σε αρκετές περιπτώσεις, η εμφάνιση επιθηλιακής δυσπλασίας του βλεννογόνου του παχέος εντέρου (προκαρκινική κατάσταση). Θα πρέπει πάντως να τονιστεί ότι αν και ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου στις περιπτώσεις ελκώδους κολίτιδας είναι υπαρκτός, εντούτοις το απόλυτο μέγεθος του προβλήματος δεν είναι σημαντικό, δεδομένου ότι εκτεταμένη προσβολή του παχέος εντέρου παρατηρείται σε μικρό ποσοστό των ασθενών και επιπλέον μικρό ποσοστό των ασθενών με εκτεταμένη προσβολή και μακρά διάρκεια νόσου θα εμφανίσει καρκίνο. Υπάρχουν επίσης μελέτες που στοιχειοθετούν ότι η χρήση των σαλικυλικών έχει προστατευτικό ρόλο σε σχέση με τον καρκίνο.
 

Όλοι οι ασθενείς που πάσχουν από εκτεταμένη ελκώδη κολίτιδα του παχέος εντέρου με διάρκεια μεγαλύτερη της δεκαετίας θα πρέπει να κάνουν ολική κολονοσκόπηση με λήψη πολλαπλών και διάσπαρτων βιοψιών κάθε δύο χρόνια για την έγκαιρη και πρώιμη αναγνώριση τυχόν βαριάς δυσπλασίας ή και εγκατεστημένης κακοήθους νεοπλασίας (καρκίνος).
 

Αυτονόητο είναι ότι η θεραπευτική αντιμετώπιση στην περίπτωση αυτή είναι ολική πρωκτοκολεκτομή (με δημιουργία στομίας ή νεοληκύθου).


Τι γίνεται με την στομία και την νεολήκυθο;

Η μόνιμη ειλεοτομία γίνεται πλέον πολύ σπάνια σε ασθενείς που χρειάζεται να κάνουν ολική κολεκτομή. Η συντριπτική πλειοψηφία κάνει τις επεμβάσεις ενώσεως του λεπτού εντέρου με τον πρωκτό με σχηματισμό τεχνητής ληκύθου. Η ύπαρξη στομίας, πάντως, επιτρέπει πλήρη φυσική δραστηριότητα συμπεριλαμβανομένης και της σεξουαλικής και της αθλήσεως αρκεί να υπάρξει σωστή ενημέρωση. Το ίδιο συμβαίνει και με το σχηματισμό νεοληκύθου. Με τις σωστές οδηγίες μπορεί κανείς να έχει φυσιολογικές ή σχεδόν φυσιολογικές κενώσεις.


Θα επηρεαστούν οι δραστηριότητες μου;

Οι ασθενείς πρέπει να ενθαρρύνονται να έχουν φυσιολογικές δραστηριότητες αν και θα πρέπει να καθορίζουν μόνοι έως που φθάνουν τα όριά τους.


Υπάρχουν στην Ελλάδα σύλλογοι πασχόντων;

Όπως τονίζεται από όλους τους ασχολούμενους με το θέμα, η ελκώδης κολίτιδα είναι ανίατο νόσημα που διαρκεί δια βίου. Το γεγονός αυτό έχει σημαντικές ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις στους πάσχοντες. Σημαντική ψυχολογική, αλλά και ουσιαστική βοήθεια παρέχουν οι εθνικοί σύλλογοι πασχόντων.

 

Ο θεράπων ιατρός θα πρέπει πάντα να ενθαρρύνει τους ασθενείς να καταστούν μέλη του αντίστοιχου εθνικού συλλόγου πασχόντων. Στη χώρα μας υπάρχουν δύο τουλάχιστον σύλλογοι πασχόντων από ΙΦΝΕ.


Τι να θυμάμαι:

• Να ακολουθείς πιστά τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού σου, να τον εμπιστεύεσαι και να τον επισκέπτεσαι τακτικά ακόμη και τις περιόδους που η νόσος σου είναι σε πλήρη ύφεση.
Αν αισθανθείς κάτι ασυνήθιστο να τον επισκεφθείς αμέσως.
• Μην κάνεις το γιατρό στον εαυτό σου προσθέτοντας φάρμακα και μην αυξάνεις ή μειώνεις τη δόση των φαρμάκων μόνος/η σου.
• Μάθε να ξεχωρίζεις μόνος/η σου τα σημάδια έξαρσης της νόσου.
Αλλαγές στη συχνότητα και τη σύνθεση των κενώσεων, βλεννοαιματηρές κενώσεις, κοιλιακός πόνος, καταβολή, πυρετός, ανορεξία και απώλεια βάρους μπορεί να είναι συμπτώματα που συνηγορούν για έξαρση.
Επίσης πόνοι στις αρθρώσεις, φλεγμονή των ματιών, εξανθήματα, οσφυαλγία και κολικοί νεφρών ή χοληφόρων.
Επισκέψου αμέσως το γιατρό σου, μολονότι είναι πιθανό τα παραπάνω να μην οφείλονται σε ενεργοποίηση της ελκώδους κολίτιδας.
• Να είσαι αισιόδοξος. Έχοντας ελκώδη κολίτιδα μπορείς να ζήσεις μια απολύτως φυσιολογική ζωή, να ικανοποιείς τις επιθυμίες σου και να πετύχεις όλους στους στόχους σου.


Συμβουλή: Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας έχει γενικό ενημερωτικό χαρακτήρα για το κοινό όσον αφορά την ΕΛΚΩΔΗ ΚΟΛΙΤΙΔΑ και δεν προορίζεται ούτε συνιστάται ως υποκατάστατο ιατρικών συμβουλών όσον αφορά τη διάγνωση και θεραπεία της.

 

Να απευθύνεστε πάντοτε στο θεράποντα ιατρό σας για κάθε ιατρική φροντίδα σχετική με τη νόσο σας.